Βηματοδότης ή τεχνητός καρδιακός βηματοδότης είναι μια ιατρική συσκευή που δημιουργεί ηλεκτρικά ερεθίσματα τα οποία παράγονται από ηλεκτρόδια για να προκαλέσουν συστολή των μυών της καρδίας και ως αποτέλεσμα την άμεση άντληση αίματος. Με αυτό τον τρόπο επανέρχεται η κανονικότητα του ρυθμού της καρδιάς.
Βηματοδότης
Το 1950, ο Καναδός ηλεκτρολόγος μηχανικός Τζων Χοπς (John Hopps), ήταν ο πρώτος που σχεδίασε και δημιούργησε τον πρώτο εξωτερικό τεχνητό βηματοδότη, βασιζόμενος στη συνεργασία του και στις παρατηρήσεις των καρδιοχειρουργών, Wilfred Gordon Bigelow και John Callaghan, στο Γενικό Νοσοκομείο του Τορόντο στον Καναδά.
Οι βηματοδότες παραμένουν σιωπηλοί και όταν οι παλμοί αποκλίνουν από τις φυσιολογικές τους τιμές ενεργοποιείται ο βηματοδότης διεγείροντας την καρδιά σε διαφορετικούς ρυθμούς.
Η εμφύτευση του βηματοδότη στην καρδιολογία ξεπερνά τα 50 χρόνια διασφαλίζοντας την ασφάλεια του ασθενή από μελλοντικές καρδιακές μεταβολές. Απαιτεί χειρουργική επέμβαση με χρήση τοπικής αναισθησίας. Αποτελεί πλέον ένα είδος επέμβασης ρουτίνας με μικρό κίνδυνο επιπλοκών αφού μερικές ημέρες μετα την επέμβαση ο ασθενής δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του στο σώμα του.
Ο βηματοδότης τοποθετείται στο πάνω δεξιό μέρος της καρδιάς και ονομάζεται φλεβόκομβος. Πρόκειται για μια μικρή ομάδα ειδικών κυττάρων που παράγουν ηλεκτρικά σήματα αυξομειώνοντας τον καρδιακό ρυθμό ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε σώματος. Κατά την τοποθέτησή του ελέγχεται η ορθότητα της θέσης του και η καλή λειτουργία του με την χρήση ηλεκτρικών τεστ.
Η διαδικασία της εμφύτευσης μπορεί να διαρκέσει από 30 έως 60 λεπτά. Θα πρέπει να τονιστεί ότι για τις επόμενες 2 ημέρες ο ασθενής θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός ειδικά από την πλευρά του ώμου που τοποθετείται ο βηματοδότης για τυχόν μετακίνηση των καλωδίων. Η ζωή του βηματοδότη κυμαίνεται ανάμεσα στα 5 με 10 χρόνια ανάλογα με τον τύπο του και το ποσό συχνά τίθεται σε λειτουργία.
Οι παθήσεις που απαιτούν την τοποθέτηση βηματοδότη είναι:
- Βλάβες του φλεβόκομβου: Στην περίπτωση αυτή σταματά μα λειτουργεί σωστά αυξομειώνοντας χωρίς σταθερό ρυθμό τα ηλεκτρικά σήματα με αποτέλεσμα να μην αποστέλλεται ικανοποιητική ποσότητα αίματος στο σώμα. Οι πιο συχνές παθήσεις αυτής της μορφής είναι: μεγάλη φλεβοκομβική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικές παύσεις, σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου.
- Βλάβες του συστήματος αγωγής: Στην περίπτωση αυτή μπορεί να παρουσιαστεί πρόβλημα κολποκοιλιακού αποκλεισμού. Ο φλεβοκόμβος ο οποίος στέλνει ερεθίσματα μπορεί να μην φτάσουν καθόλου στην κοιλίες. Παρόλο που οι ίδιες οι κοιλίες έχουν ένα δικό τους εφεδρικό σύστημα παραγωγής ερεθισμάτων αυτό δεν είναι αρκετό λόγο της συχνότητάς του. Ο καρδιακός αποκλεισμός λόγο της απώλειας του κολποκοιλιακού αποκλεισμού (έλλειψη συντονισμού στις συσπάσεις μεταξύ των κόλπων και των κοιλιών) οι κοιλίες δεν γεμίζουν αρκετό αίμα πριν την σύσπαση. Πιθανές παθήσεις αποτελούν οι ακόλουθες: πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός, κολπική μαρμαρυγή με αργό κοιλιακό ρυθμό, block αριστερού σκέλους.
Για να ξεκινήσει η διαδικασία τοποθέτησης βηματοδότη στον ασθενή θα πρέπει ο εξιδεικευμένος ιατρός να επιλέξει το είδος βηματοδότη που θα χρησιμοποιηθεί. Υπάρχουν 3 είδη βηματοδότη. Το πρώτο είδος είναι ο μονοεστιακός που χρησιμοποιεί ένα ηλεκτρόδιο που τοποθετείται στο δεξί κόλπο ή στην δεξιά κοιλία. Οι διπλοεστιακοί βηματοδότες που χρησιμοποιούν δυο ηλεκτρόδια το ένα στο δεξί κόλπο και ένα στην δεξιά κοιλία. Και τέλος οι αμφικοιλιακοί που έχουν τρείς υποδοχείς για τα αντίστοιχα ηλεκτρόδια. Για να γίνει η σωστή επιλογή βηματοδότη θα πρέπει να ελεγχούν οι παρακάτω παράγοντες:
- Η επιθυμία του ίδιου του ασθενούς όπως και της οικογένειας.
- Η εγκεφαλική δυσλειτουργία που επιδεινώνεται με την ύπαρξη βραδυκαρδίας.
- Η πιθανή ανάγκη πρόσληψης φαρμάκων που μπορεί να επιδεινώσει μια πιθανή διαταραχή του ρυθμού.
- Ο ασθενής μπορεί να επιθυμεί να οδηγήσει ή να χειριστεί επικίνδυνα μηχανήματα.
- Αυξάνεται η πιθανότητα θεραπείας της καρδιακής νόσου μετά την χρήση βηματοδότη.
- Η γενική και πνευματική κατάσταση του ασθενούς.
Έλεγχος Βηματοδότη
Ο πρώτος και πιο σημαντικός τρόπος ελέγχου του βηματοδότη είναι από τον ίδιο τον ασθενή. Σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού του θα πρέπει να παίρνει τον σφυγμό του για ένα λεπτό κάθε ημέρα. Κατά τον τακτικό έλεγχο από τον θεράπον ιατρό θα πρέπει να πραγματοποιούνται εξετάσεις όπως είναι ΗΚΓ, Α/Α Θώρακος και αν χρειαστεί και υπερηχογράφημα. Επίσης με την χρήση ειδικού ανιχνευτή τοποθετημένο πάνω από το σημείο που έχει τοποθετηθεί ο βηματοδότης μπορεί να γίνει αναλυτικός έλεγχος του βηματοδότη τηλεμετρικά. Συγκεκριμένα, παρέχονται τα ακριβή στοιχεία του βηματοδότη, το επίπεδο φόρτισης της μπαταρίας του και ο έλεγχος των καλωδίων του. Η συχνότητα αυτού του ελέγχου καθορίζεται από τον θεράπων ιατρό.
Ο βηματοδότης, παρόλο που αποτελεί μια αρκετά προστατευμένη συσκευή, υπάρχουν κάποιες πηγές ηλεκτρομαγνητικής παρεμβολής οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν προσωρινή αλλαγή στις παραμέτρους του βηματοδότη. Αυτά που πρέπει να αποφευχθούν είναι:
- Η πίεση με κάθε τρόπο στην περιοχή όπου είναι ο βηματοδότης.
- Όλοι οι τύποι ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας όπως είναι τα ηλεκτρικά μηχανήματα (πριόνια), ραντάρ ή σταθμοί ραδιοεκπομπών, μαγνητικοί έλεγχοι στα αεροδρόμια.
- Δεν επιτρέπεται να πραγματοποιούνται μαγνητικές τομογραφίες.
- Δεν επιτρέπεται η θεραπευτική ακτινοβολία με ιονισμό.
- Δεν επιτρέπονται οι απινιδωτές.
- Η νευρική ή μυϊκή διέγερση.
- Η θεραπευτική διαθερμία.
- Δεν επιτρέπεται η διαδικασία υπερήχων.
Σε κάθε περίπτωση που ο ασθενής έρθει σε επαφή με μία από τις παραπάνω πηγές καλό θα ήταν να ενημερώσει άμεσα τον θεράπων ιατρό του. Αν ο ασθενής αισθανθεί πάλι τα συμπτώματα που είχε πριν την τοποθέτησή του θα πρέπει να ενημερωθεί εκ νέου ο ιατρός. Τέλος, δυο σημαντικά συμπτώματα που χρήζουν ανησυχίας είναι ο πόνος στον ώμο ή ψηλά στην κοιλιακή χώρα και ο ανεξήγητος πυρετός και το κοκκίνισμα στην περιοχή του βηματοδότη.
